Letters from Berlin 6: George Pavlopoulos

gaslamps

Gas Streetlighting

The oldest of them bear the style in which cities used to be built in the past. Their ornate decorations reflect the optimism for life in the big urban centres which were being completed at the time. Those designs ascribe a triumphant tone on the lamps standing above the streets: they are columns of light towering over people’s heads, anchoring themselves in the middle of the night like tall and lithe Atlases.

The first gas lamps were installed in the streets of Berlin around two centuries ago.  It was an achievement of the period that cities were no longer bathed in absolute darkness at night. It was not only the feeling of security that was consolidated at night: shops extended their opening hours, coffee houses –where 19th century ideas were fermenting- stayed open until late and theatre productions multiplied.  The lamplight did not only alter human timetables but also the character of the city; Berlin was no longer another big city: it became a metropolitan centre.

More than forty thousand gas street lamps are still in operation today in Berlin. Entire neighbourhoods are illuminated by their light which appears to be emerging from the depths of time. Without these old lamps, the shadows that recede into the night to disappear into the unknown would only exist in the sphere of the imagination  –it is the same shadows that continue to assert their right to public space and free time.

Gas lamps withstood the coming of electricity, illuminated the nights during the wars, and stood upright in front of the Berlin Wall. Nevertheless, what History did not manage to achieve, capital did: in recent years their maintenance fell into private hands, which set about axing them on account of their being environmentally harmful and costly, wishing to replace them with electric lighting.

For many years now ecology has been –quite rightly- elevated to the highest point in Germany’s collective consciousness. However, when private interests get in the way, economic profit becomes the standard rule and the environment becomes the pretext for everything. In the passing of years, institutional ecology has acquired the hard ethics of capital. In the gas street lamps’ case, it is considered more preferable for a city to sacrifice one of its historic points of reference on the altar of investment because it bears an ecological front[1] [2]. On this altar of investment – which labels as backward whatever comes in opposition to its plans- ecology can easily submit to neoliberalism. If one of Ethics’ main questions is often the fight between light and darkness, then here, right before the imminent uprooting of a part of the city’s history, it seems that darkness has finally prevailed over light: a darkness illuminated by energy saving lamps.

 


[1] Gas lamps can reproduce colours and the light of day faithfully. Electric lamps reproduce only about 65 percent of the original colours.

[2] Electric lamps attract insects due to the ultraviolet light they emit, and as a result they often kill them. This in turn makes the lamps sources of pollution for birds which feed on insects. Gas lamps do not emit ultraviolet light.

 

George Pavlopoulos. May 2013, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). Both novels were excerpted in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Compensation” was featured in Schlock magazine. Another short story, “Dictionary of an Insignificant City,” will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1. George Pavlopoulos lives in Berlin.

You can find out about the “Gaslight Culture” campaign in Berlin here.

 

Λάμπες Γκαζιού 

Οι πιο παλιές από αυτές κουβαλούν την τεχνοτροπία που χτίζονταν κάποτε οι πόλεις. Στα περίτεχνα στολίσματά τους αποτυπώνεται η αισιοδοξία για τη ζωή στα μεγάλα αστικά κέντρα που μόλις ολοκληρώνονταν. Αυτά τα μοτίβα δίνουν έναν τόνο διθυραμβικό στις λάμπες που στέκονται στην κορυφή: είναι στήλες φωτός που υψώνονται πιο ψηλά από τα κεφάλια και αγκυροβολούν στη μέση της νύχτας σαν ψηλόλιγνοι Άτλαντες.

Οι πρώτες λάμπες γκαζιού τοποθετήθηκαν πριν από περίπου δύο αιώνες στους δρόμους του Βερολίνου. Είναι μια κατάκτηση εκείνης της εποχής το ότι οι πόλεις παύουν να βυθίζονται τις νύχτες στο απόλυτο σκοτάδι. Δεν είναι φυσικά μόνο το αίσθημα ασφάλειας που εδραιώνεται στη νύχτα: τα καταστήματα επεκτείνουν τα ωράρια λειτουργίας τους, τα καφενεία -όπου ζυμώνονται οι ιδέες του 19ου αιώνα- μένουν ανοιχτά έως αργά, οι παραστάσεις στα θέατρα πολλαπλασιάζονται. Το φως από τις λάμπες δεν μεταβάλλει μόνο τα ανθρώπινα ωράρια αλλά και το χαρακτήρα της πόλης: το Βερολίνο παύει να είναι μια ακόμα μεγαλούπολη και γίνεται μητροπολιτικό κέντρο.

Περισσότερες από σαράντα χιλιάδες λάμπες γκαζιού παραμένουν σε λειτουργία μέχρι σήμερα στο Βερολίνο. Ολόκληρες γειτονιές φωτίζονται από το φως τους, που μοιάζει να έρχεται από τα βάθη του χρόνου. Οι σκιές που ξεμακραίνουν μέσα στη νύχτα για να χαθούν προς άγνωστο προορισμό θα υπήρχαν μόνο στη φαντασία χωρίς αυτές τις παλιές λάμπες –και είναι οι ίδιες σκιές που σμιλεύουν το δικαίωμα στο δημόσιο χώρο και στον ελεύθερο χρόνο.

Οι λάμπες γκαζιού άντεξαν την επέλαση του ηλεκτρικού φωτός, φώτισαν τις νύχτες των Πολέμων, στάθηκαν όρθιες απέναντι στο Τείχος. Ωστόσο, ό,τι δεν κατάφερε η Ιστορία, απειλεί να το κάνει το Κεφάλαιο: τα τελευταία χρόνια η συντήρησή τους πέρασε σε ιδιώτες, οι οποίοι μεθοδεύουν το γκρέμισμά τους με πρόσχημα τον αντι-οικολογικό χαρακτήρα τους και το υψηλό κόστος λειτουργίας, επιδιώκοντας την αντικατάστασή τους με ηλεκτρικές λάμπες.

Εδώ και αρκετά χρόνια η Οικολογία έχει αναρριχηθεί δικαίως στην υψηλότερη θέση του γερμανικού υποσυνείδητου. Όταν όμως εμπλέκεται η ιδιωτική πρωτοβουλία τότε γνώμονας είναι το οικονομικό όφελος και το Περιβάλλον είναι το πρόσχημα. Στο πέρασμα των χρόνων, η θεσμική Οικολογία αρχίζει να αποκτά τη σκληρή ηθική του Κεφαλαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, θεωρείται προτιμότερο να απωλέσει η πόλη ένα από τα σημεία αναφοράς της στο βωμό μιας επένδυσης με οικολογική βιτρίνα [1] [2]. Στο βωμό της επενδυτοκρατίας, που βαφτίζει οπισθοδρομικό οτιδήποτε αντιτάσσεται στα σχέδια της, η Οικολογία παραδίδεται εύκολα στο νεοφιλελευθερισμό. Αν ένα ερώτημα της Ηθικής είναι συχνά η πάλη φωτός και σκοταδιού, τότε εδώ, μπροστά στο διαφαινόμενο ξεριζωμό ενός κομματιού της ιστορίας της πόλης, φαίνεται να κερδίζει το σκοτάδι φινιρισμένο με λάμπες «Οικονομίας».

 


[1] Οι λάμπες γκαζιού αποδίδουν στο ακέραιο τα χρώματα, όπως και το φως της ημέρας. Αντίθετα, οι ηλεκτρικές λάμπες αποδίδουν μόλις το εξήντα-πέντε τοις εκατό των χρωμάτων.

[2] Οι ηλεκτρικές λάμπες έλκουν τα έντομα εξαιτίας της υπεριώδους ακτινοβολίας που εκπέμπουν, με αποτέλεσμα να γίνονται συχνά τάφοι εντόμων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ν’ αποτελούν εστίες μόλυνσης για τα πουλιά που τρέφονται με έντομα. Οι λάμπες γκαζιού δεν εκπέμπουν υπεριώδη ακτινοβολία.

 

Γιώργος Παυλόπουλος, Μάιος 2013, Βερολίνο.

Φωτό: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Εκτενή αποσπάσματα των βιβλίων δημοσιεύθηκαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το διήγημά του, “Compensation” δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Schlock ενώ το διήγημά του “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στο Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1.

Για την εκστρατεία προστασίας των λαμπών γκαζιού του Βερολίνου πατήστε εδώ.

Letters from Berlin 5: George Pavlopoulos

kollhoff-Massenflucht

Across from the Tower

Kollhoff Tower rises like a monolithic statue surveying reality. The most famous law offices of the city are housed there. It is a matter of prestige for these careerists to be based in the Tower. This granite and glass edifice has contributed towards the renaissance –or the renewal- of Potsdamer square.

It is difficult now to imagine the old version of the square: in the years of the Wall it used to be a dead zone in which Death was always around the corner. Its history came to a sudden stop in August 13, 1961, when the Wall began being built. Hundreds of people started running in panic, having been called to decide on the spot which side of the coming world they would have liked to live in. Then the square was deserted for almost thirty years.

In the years that followed Unification, Potsdamer became the ground for an unprecedented construction activity. Famous architects led by Renzo Piano put their mark on a place that came to resemble an Anglo-Saxon centre of commerce: an area which brought to mind contemporary London and 1920’s New York; in other words, a post-modern imitation. Nineteen high-rise buildings were erected to house luxury hotels, offices, malls, restaurants and cinemas. Every year the square’s dynamic appears to be revived due to the Berlinale Festival which is housed in approximately thirty cinemas in the area.

Following the rhetoric of its prototypes, the square became a must and an in place to visit. Millions of people flock to see it. They walk amidst high executives, all of them spending their income in and around Potsdamer. All that is left of the Wall are scattered pieces outside the railway station and a paved route along the traces of the Wall. People cross the old border carrying colourful bags and posing for hurried photographs that Instagram makes nostalgic for no reason. The Tower often appears in the background. Maybe it is not a coincidence that Potsdamer’s spectacular growth occurred simultaneously with the advent of the internet. This locale seems to have borrowed the aesthetics of the worldwide web: Potsdamer is a chaotic platform that has countless viewers but very few residents.

Every afternoon Kollhoff Tower is bathed in the light of the sun as it sets across from it, in Tiergarten Park. Then the Tower is ablaze, the windows sparkle and the executives loosen their ties. Despite the enormous legal expertise that the building carries, the real judge of the square is Tiergarten. Unlike Kollhoff Tower, the park supervises the historic continuity of Potsdamer Square.  It is only at night, when Tiergarten carries the darkness and absoluteness of nature, that the square’s existence can be perceived: it is an area that has less soul than what would be appropriate for a place in which people used to run for their lives.

 

George Pavlopoulos. November 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Colour photo: George Pavlopoulos, Kollhoff Tower / Black and white photo: Michael Rainer Ernst, Gedenkstätte Berliner Mauer, Massenflucht, nahe Potsdamer Platz, wahrscheinlich 13. August 1961 / Mass Escape near Potsdamer Platz, probably on August 13, 1961.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). Both novels were excerpted in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in November 2012). He currently lives in Berlin.

 

Απέναντι απ’ τον Πύργο

Ο Πύργος Kollhoff ορθώνεται σαν μονολιθικό άγαλμα που επιθεωρεί την πραγματικότητα. Τα διασημότερα δικηγορικά γραφεία στεγάζονται εκεί. Είναι θέμα πρεστίζ γι’ αυτούς τους καριερίστες να έχουν την έδρα τους στον Πύργο. Αυτό το οικοδόμημα από γρανίτη και γυαλί έχει συμβάλει στην αναγέννηση -ή στην ανάπλαση- της πλατείας Potsdamer.

Είναι πια δύσκολο να φανταστεί κανείς την παλιά εκδοχή της πλατείας: στα χρόνια του Τείχους ήταν μια νεκρή ζώνη όπου παραμόνευε ο θάνατος. Η ιστορία της σταμάτησε απότομα στις 13 Αυγούστου του 1961, όταν ξεκίνησε να χτίζεται το Τείχος. Εκατοντάδες άνθρωποι άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι, έχοντας κληθεί ν’ αποφασίσουν αυτοστιγμεί σε ποια πλευρά του επόμενου κόσμου ήθελαν να ζήσουν. Έπειτα, η πλατεία ερήμωσε για σχεδόν τριάντα χρόνια.

Στα χρόνια που ακολούθησαν την Ένωση, η Potsdamer έγινε το πεδίο μιας άνευ προηγουμένου οικοδομικής δραστηριότητας. Διάσημοι αρχιτέκτονες, με επικεφαλής τον Ρένζο Πιάνο, έβαλαν τη σφραγίδα τους σε κάτι που έμοιαζε με αγγλοσαξονικό κέντρο εμπορίου: μια περιοχή που θύμιζε σύγχρονο Λονδίνο και Νέα Υόρκη του 1920. Με άλλα λόγια, μια μεταμοντέρνα απομίμηση. Δεκαεννιά ψηλά κτήρια υψώθηκαν για να φιλοξενήσουν πολυτελή ξενοδοχεία, γραφεία, εμπορικά κέντρα, εστιατόρια και κινηματογράφους. Κάθε χρόνο, η δυναμική της πλατείας μοιάζει ν’ ανανεώνεται λόγω του φεστιβάλ της Berlinale που φιλοξενείται στις περίπου τριάντα αίθουσες της περιοχής.

Ακολουθώντας τη ρητορική των προτύπων της, η πλατεία έγινε must και in. Εκατομμύρια άνθρωποι συρρέουν για να τη δουν. Κυκλοφορούν ανάμεσα σε στελέχη υψηλής κατάρτισης κι όλοι μαζί ξοδεύουν το εισόδημά τους στα πέριξ της Potsdamer. Ό,τι έχει απομείνει από το Τείχος είναι σκόρπια κομμάτια έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό και μια διαδρομή από πλάκες που σέρνεται στα χνάρια του Τείχους. Κόσμος διασχίζει το παλιό σύνορο κρατώντας πολύχρωμες τσάντες και στέκεται για μια βιαστική φωτογραφία που το Instragram την κάνει νοσταλγική χωρίς λόγο∙ στο φόντο, βρίσκεται συχνά ο Πύργος. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι η έκρηξη της Potsdamer συνέπεσε χρονικά με την επέλαση του Ίντερνετ. Αυτή η τοποθεσία μοιάζει να έχει δανειστεί την αισθητική του παγκόσμιου ιστού: η Potsdamer είναι μια χαώδης πλατφόρμα που έχει αναρίθμητους θεατές αλλά ελάχιστους κάτοικους.

Κάθε απόγευμα ο Πύργος Kollhoff λούζεται από το φως του ήλιου που δύει απέναντί του, μέσα στο πάρκο του Tiergarten. Τότε, ο Πύργος γίνεται πύρινος, τα παράθυρα αστράφτουν και τα στελέχη χαλαρώνουν τις γραβάτες τους. Παρά την τεράστια νομική κατάρτιση που κουβαλάει αυτό το οικοδόμημα, ο πραγματικός κριτής της πλατείας είναι το Tiergarten. Σε αντίθεση με τον Πύργο Kollhoff, το πάρκο επιθεωρεί την ιστορική συνέχεια της Potsdamer. Τις νύχτες, όταν το Tiergarten κουβαλάει τη σκοτεινιά και την απολυτότητα της φύσης, γίνεται αντιληπτή η υπόσταση της πλατείας: είναι μια περιοχή με λιγότερη ψυχή απ’ ότι αρμόζει σ’ έναν τόπο όπου κάποτε έτρεχαν άνθρωποι χωρίς να ξέρουν αν θα σωθούν.

 

Γιώργος Παυλόπουλος, Νοέμβριος 2012, Βερολίνο.

Έγχρωμη φωτό: Γιώργος Παυλόπουλος, Πύργος Kollhoff / Ασπρόμαυρη φωτό: Michael Rainer Ernst, Gedenkstätte Berliner Mauer, Massenflucht, nahe Potsdamer Platz, wahrscheinlich 13. August 1961 / Mass Escape near Potsdamer Platz, probably on August 13, 1961.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Εκτενή αποσπάσματα των βιβλίων δημοσιεύθηκαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 τον Νοέμβριο του 2012.

Letters from Berlin 4: George Pavlopoulos

Miniatures photo

Miniatures

Train miniatures indirectly narrate an aspect of history. They are small reproductions of material civilization exalting an important parameter of the world. In their compressed dimensions they try to intimate the history of movement of people even though they lack the awe-inspiring power of real dimensions.

Steam engines have been associated with progress and remain to this day one of the milestones of the Industrial Revolution. The wagons they carried behind them transferred generations of people, shifted the borders of the world and created new jobs and inequality. Soon trains became the symbol of escape, exploration and of a better future, bringing together rich and poor, manual workers and intellectuals. Collective consciousness changed from generation to generation and miniatures became a means to familiarise oneself with the new world that was dawning. The planet’s commercialisation brought with it thousands of shops, and train miniatures became at times a children’s toy, at others collectors’ fetish.

When habits change, however, times change too. The small wagons that are removed from the windows are not placed in engine-sheds for miniatures but in grey warehouses. They turn into memories of a pre-digital age as the dawn of the new century is swarming with screens of all types and dimensions. It is not only trains that look like miniatures on their sleek surfaces but the whole world. Every user feels like a would-be passenger: he or she can wander, search and visit, without having to go anywhere.

It is now the words’ turn to loose their awe-inspiring power; very soon their meanings will look like miniatures of their real substance.

George Pavlopoulos. August 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). Both novels were excerpted in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in October 2012). He currently lives in Berlin.

 

Μινιατούρες

Οι μινιατούρες των τρένων διηγούνται υπόγεια μια πτυχή της ιστορίας. Είναι μικρές αναπαραστάσεις του υλικού πολιτισμού που αποθεώνουν μια σημαντική παράμετρο του κόσμου. Στις συμπυκνωμένες διαστάσεις τους προσπαθούν να γνωστοποιήσουν την ιστορία των μετακινήσεων, έστω κι αν απουσιάζει το δέος της πραγματικής κλίμακας.

Οι ατμομηχανές συνδέθηκαν με την πρόοδο και παραμένουν ως σήμερα ένα από τα ορόσημα της Βιομηχανικής Επανάστασης. Τα βαγόνια που έσερναν πίσω τους μετακίνησαν γενιές ανθρώπων και μετατόπισαν τα σύνορα του κόσμου, δημιουργώντας δουλειές αλλά και ανισότητες. Τα τρένα έγιναν σύντομα το σύμβολο της φυγής, της εξερεύνησης και του καλύτερου μέλλοντος, ενώνοντας πλούσιους και φτωχούς, χειρώνακτες και διανοούμενους. Η συλλογική συνείδηση μεταβολίστηκε από γενιά σε γενιά και οι μινιατούρες έγιναν ένα μέσο εξοικείωσης με τον κόσμο που ανέτειλε. Η εμπορευματοποίηση του πλανήτη άνοιξε χιλιάδες καταστήματα και οι μικρογραφίες των τρένων έγιναν άλλοτε παιδικό παιχνίδι κι άλλοτε φετίχ συλλεκτών.

Όμως, όταν οι συνήθειες μετατοπίζονται, οι καιροί αλλάζουν. Τα μικρά βαγόνια αποσύρονται από τις βιτρίνες, όχι σε κάποιο μηχανοστάσιο για μινιατούρες αλλά σε γκρίζες αποθήκες. Γίνονται έτσι αναμνήσεις μιας εποχής προψηφιακής, καθώς η αυγή του 21ου αιώνα κατακλύζεται από οθόνες κάθε τύπου και μεγέθους. Στις στιλπνές τους επιφάνειες δεν είναι πια μόνο τα τρένα που παρουσιάζονται σαν μινιατούρες αλλά ένας ολόκληρος κόσμος. Ο κάθε χρήστης αισθάνεται σαν εν δυνάμει επιβάτης: μπορεί να περιηγηθεί, να αναζητήσει, να επισκεφθεί, κι όλα αυτά χωρίς να πηγαίνει πουθενά.

Είναι η σειρά των λέξεων να χάσουν το δέος τους∙ σε λίγο, το νόημά τους θα μοιάζει με μινιατούρα της πραγματικής τους υπόστασης.

Γιώργος Παυλόπουλος, Αύγουστος 2012, Βερολίνο.

Φωτογραφία: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Εκτενή αποσπάσματα των βιβλίων δημοσιεύθηκαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 τον Οκτώβριο του 2012.

Letters from Berlin 3: George Pavlopoulos

elections2012

17th June Elections

She is reading a book I cannot make out. I am watching her from the window as she slowly walks by, stopping every now and then to turn a page of her book. She is in her sixties, wears a stripy shirt and on her head rests a hastily placed beret. As I am watching her, I am listening to the exit polls final countdown in the room and know that in Greece everyone is waiting in front of their TVs. She continues to read.

It feels strange seeing carefree people these days. The crisis has reached Germany as an echo. It is only through the problems of others that Germans can comprehend the crisis. On the contrary, the crisis in Greece is experiential and it is certain that when it ends it will leave behind it a collective trauma. It has been a long time since I last saw carefree people in Athens and I cannot remember the last time I saw someone reading and walking at the same time.

The final countdown expires and the TV screen fills with the polling predictions. The exit poll announcement marks the zero point. This particular moment sums up what has passed whilst at the same time sets the tone for what is to follow. The heat is rising, the guesses multiply, the rhetoric is ratcheting up. It is a climax of purely Greek characteristics: drama, irony and hyperbole under the sun.

In the speeches that follow, all those taking part in the televised debates maintain that the country is turning a new page. Turning a page. I am not sure what this book from which the page is being turned looks like. One can imagine it as a History book, even if in reality it looks more like a diary containing times, days, months and years; all the strict conditions that mark out timetables, the horizontal and vertical lines of suffocating responsibilities. Planning diaries seem to be replacing historical time now.

The woman walks under the window just as the predictions are being announced. Unbeknown to her she is crossing the zero point that a stranger has set up for her. She continues to read undisturbed. Maybe it is she who is holding the book from which the page is being turned.

George Pavlopoulos. June 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). An extended excerpt from his first novel was featured in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in the summer of 2012). He currently lives in Berlin.

Εκλογές 17 Ιουνίου

Διαβάζει ένα βιβλίο που δεν μπορώ να το διακρίνω. Τη βλέπω απ’ το παράθυρο να προχωράει αργά, να κοντοστέκεται και κάθε τόσο να γυρίζει μια σελίδα. Είναι γύρω στα εξήντα, φοράει ριγέ πουκάμισο και στο κεφάλι έχει στερεώσει πρόχειρα τον μπερέ της. Την ώρα που την παρακολουθώ, ακούω στο δωμάτιο την αντίστροφη μέτρηση για τα exit poll και ξέρω ότι στην Ελλάδα όλοι περιμένουν μπροστά από τις τηλεοράσεις. Εκείνη συνεχίζει να διαβάζει.

Είναι παράξενο να βλέπεις αυτή την εποχή αμέριμνους ανθρώπους. Η κρίση έχει φτάσει στη Γερμανία σαν απόηχος. Είναι τα προβλήματα των άλλων που σκιαγραφούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται την κρίση οι περισσότεροι Γερμανοί. Αντίθετα, στην Ελλάδα η κρίση είναι βιωματική και είναι βέβαιο ότι όταν κάποτε τελειώσει θ’ αφήσει πίσω της ένα συλλογικό τραύμα. Έχω πολύ καιρό να δω αμέριμνους ανθρώπους στην Αθήνα και δε θυμάμαι πότε αντίκρυσα για τελευταία φορά κάποιον να διαβάζει περπατώντας.

Η αντίστροφη μέτρηση εκπνέει και η οθόνη γεμίζει με τις εκτιμήσεις των κομματικών ποσοστών. Η ώρα της ανακοίνωσης των exit poll είναι το σημείο μηδέν. Σ’ αυτή τη στιγμή συνοψίζεται μια ολόκληρη περίοδος και ταυτόχρονα εμφανίζονται οι πρώτες ψηφίδες αυτού που θ’ ακολουθήσει. Οι τόνοι ανεβαίνουν, οι εικασίες πληθαίνουν, οι ρητορικές διαστέλλονται. Είναι μια κορύφωση με αμιγώς ελληνικά χαρακτηριστικά: δράμα, ειρωνεία και υπερβολή κάτω από τον ήλιο.

Στις ομιλίες που ακολουθούν, σύσσωμα τα τηλεοπτικά πάνελ ισχυρίζονται ότι η χώρα γυρίζει σελίδα. Γυρίζει σελίδα. Δεν ξέρω με τι μοιάζει αυτό το βιβλίο, του οποίου η σελίδα γυρίζει. Μπορεί να το φανταστεί κανείς σαν ένα βιβλίο Ιστορίας, αν και στην πραγματικότητα μάλλον πρόκειται περί ατζέντας: ώρες, ημέρες, μήνες, χρόνια, όλες οι αυστηρές συνθήκες που οριοθετούν χρονοδιαγράμματα, οι κάθετες και οριζόντιες γραμμές των ασφυκτικών υποχρεώσεων. Οι ατζέντες του προγραμματισμού μοιάζουν να έχουν αντικαταστήσει τον ιστορικό χρόνο.

Η γυναίκα περνάει κάτω απ’ το παράθυρο την ώρα της ανακοίνωσης των εκτιμήσεων. Δίχως να το ξέρει, διασχίζει το σημείο μηδέν που ένας άγνωστος έθεσε γι’ αυτήν. Συνεχίζει να διαβάζει αμέριμνη. Ίσως κρατάει εκείνο το βιβλίο του οποίου η σελίδα γυρίζει.

Γιώργος Παυλόπουλος, Ιούνιος 2012, Βερολίνο.

Φωτογραφία: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Μέρος του βιβλίου δημοσιεύθηκε στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στη λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 το καλοκαίρι του 2012.

Letters from Berlin 2: George Pavlopoulos

ohne_die_linden

Ohne die Linden


 

 

 

 

 

It is the shortest metro line in the world according to newspapers. Principally known as the “Chancellor Line”, U55 has been from the start a victim of its own vanity, aiming to mark out the borders of the newly established government complex following the reunification of Germany. It would supposedly provide fast transport for politicians, even though all of them continue to use limousines. It took almost fifteen years and millions of euros to build the line that serves no one, except for a few tourists who use the U55 to verify what they already know from the TV and the Internet.

The line has only three stations: Main station (Hauptbahnhof), Parliament Station (Reichstag), and Brandenburg Gate (Brandenburger Tor). The single-track extension towards Alexanderplatz, which was probably carried out in order to alleviate the failure, will not be completed until 2019. In the meantime, U55 will continue to run underneath the famous Unter den Linden (under the lime trees), even though passengers will not be able to see it.

The lime trees are the road’s trademark. In mid-February, fifty-four out of approximately three hundred trees were uprooted so that construction work could continue. Where up until today tree leaves rustled, there is machinery parked next to soil mounds. Some of the residents reacted by, among other things, covering the street signs with stickers renaming the street to Ohne die Linden (without the lime trees).

The city officials considered the move in bad taste and immediately took down the offensive stickers, stressing that new lime trees would be planted immediately upon completion of the works. Rumour has it that when a politician noticed the deformed name from the back seat of his limousine, he ordered for it to be taken down right away. Had he used the “Chancellor Line” the ironic note at the heart of the city would have survived a little longer, giving it the chance to travel by word of mouth, inspire jokes or support, or even become some form of urban legend narrated by residents sitting on benches when the trees would eventually return.

U55, however, did not prove useful even for that.

 

George Pavlopoulos. March 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). An extended excerpt from his first novel was featured in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in May 2012). He currently lives in Berlin.

Ohne die Linden

Οι εφημερίδες τη χαρακτήρισαν ως τη μικρότερη γραμμή μετρό στον κόσμο. Περισσότερο γνωστή ως «γραμμή του Καγκελαρίου», η U55 ήταν εξαρχής θύμα της ματαιοδοξίας της: θέλησε να οριοθετήσει τη νεόκοπη κυβερνητική συνοικία, όπως αυτή προέκυψε μετά την ένωση των δύο Γερμανιών. Υποτίθεται ότι θα πρόσφερε γρήγορη μετακίνηση στους πολιτικούς, έστω κι αν τελικά όλοι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν λιμουζίνες. Χρειάστηκαν σχεδόν δεκαπέντε χρόνια και εκατομμύρια ευρώ για να κατασκευαστεί η γραμμή που δεν εξυπηρετεί κανέναν –εκτός από μερικούς τουρίστες που μετακινούνται με την U55 για να επιβεβαιώσουν αυτά που ήδη γνωρίζουν από την τηλεόραση και το ίντερνετ.

Η γραμμή έχει μόλις τρεις στάσεις: Κεντρικός σταθμός (Hauptbahnhof), Κοινοβούλιο (Reichstag), Πύλη του Βραδεμβούργου (Brandenburger Tor). Η μονόπλευρη επέκτασή της προς την Αλεξάντερπλατς, που πιθανότατα εκπονήθηκε για να μετριαστεί η αποτυχία, δε θα είναι έτοιμη πριν από το 2019. Έτσι, η U55 θα διατρέχει υπόγεια τη φημισμένη Unter den Linden (Κάτω απ’ τις Φιλύρες), έστω κι αν ο επιβάτης δε θα τη βλέπει.

Οι φιλύρες είναι το σήμα κατατεθέν του δρόμου. Στα μέσα του Φλεβάρη, πενήντα-τέσσερα από τα περίπου τριακόσια δέντρα ξεριζώθηκαν ώστε να μπορέσουν να συνεχιστούν τα έργα κατασκευής. Εκεί που μέχρι πρότινος θρόιζαν τα φύλλα έχουν τώρα σταθμεύσει μηχανήματα πλάι σε χωμάτινους λοφίσκους. Ορισμένοι κάτοικοι αντέδρασαν και οι διαμαρτυρίες εκφράστηκαν μεταξύ άλλων με αυτοκόλλητα που κάλυψαν τα οδόσημα και μετονόμαζαν το δρόμο σε Ohne die Linden (Χωρίς τις Φιλύρες).

Οι αρχές της πόλης θεώρησαν αυτή την κίνηση κακόγουστη και κατέβασαν άμεσα τα προσβλητικά αυτοκόλλητα, τονίζοντας μάλιστα ότι θα φυτευτούν καινούργια δέντρα μόλις ολοκληρωθούν οι εργασίες. Οι φήμες λένε ότι κάποιος πολιτικός είδε το παραποιημένο όνομα από το πίσω κάθισμα μιας λιμουζίνας και αμέσως έδωσε εντολή να το ξηλώσουν. Αν είχε χρησιμοποιήσει τη «γραμμή του Καγκελαρίου» η ειρωνική νότα στην καρδιά της πόλης θα είχε επιζήσει λίγο περισσότερο, δίνοντάς της την ευκαιρία να μεταδοθεί από στόμα σε στόμα, να γεννήσει ανέκδοτα ή υποστήριξη, ακόμα και να γίνει κάποιου τύπου αστικός μύθος, που θα τον διηγούνταν οι κάτοικοι καθισμένοι στα παγκάκια όταν κάποτε θα επέστρεφαν τα δέντρα.

Αλλά ούτε καν σ’ αυτό δε φάνηκε χρήσιμη η U55.

 

Γιώργος Παυλόπουλος, Μάρτιος 2012, Βερολίνο.

Φωτογραφία: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Μέρος του βιβλίου δημοσιεύθηκε στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στη λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 το Μάιο του 2012.

 

Letters from Berlin 1: George Pavlopoulos

George Pavlopoulos photo

Somewhere in Berlin

A handful of coins in exchange for a conversation. All those voices that used to call nearby houses or distant countries have now familiarised themselves with other forms of communication. The mobile phone invasion has turned telephone booths into witnesses of a lost time. They are dotted around the city like extinguished lighthouses; reminders of a habit hurriedly cancelled by the laws of supply, not of demand.

The city itself will have to envisage their future now. Their presence depends on collective ingenuity. No one knows if these metallic boxes will continue to be in public view or if they will be registered as retro objects. For the time being they are in a state of transition: contemporary monuments of the metropolis dedicated to those old voices that helped build the world.

George Pavlopoulos. February 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). An extended excerpt from his first novel was featured in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in March 2012). He currently lives in Berlin.

Κάπου στο Βερολίνο. 

Μια χούφτα νομίσματα με αντάλλαγμα την συνομιλία. Όλες εκείνες οι φωνές που καλούσαν σ’ ένα κοντινό σπίτι ή σε μια μακρινή χώρα έχουν εξοικιωθεί με άλλους τρόπους επικοινωνίας πια. Η επέλαση των κινητών τηλεφώνων έκανε τους θαλάμους να μοιάζουν με μάρτυρες μιας εποχής που χάθηκε. Στέκονται μέσα στην πόλη σαν σβησμένοι φάροι, θυμίζοντας μια συνήθεια που την ακύρωσαν εσπευσμένα οι νόμοι της προσφοράς αλλά όχι της ζήτησης.

Η ίδια η πόλη πρέπει να οραματιστεί τώρα το μέλλον τους. Η παρουσία τους εξαρτάται από τη συλλογική εφευρετικότητα. Κανείς δεν ξέρει αν θα υπάρξει διάθεση να παραμείνουν αυτά τα μεταλλικά κουτιά σε δημόσια θέα ή αν θα καταχωρηθούν στα ρετρό αντικείμενα. Για την ώρα, βρίσκονται σε μεταβατικό στάδιο: είναι σύγχρονα μνημεία των μεγαλουπόλεων αφιερωμένα σ’ εκείνες τις παλιές φωνές που βοήθησαν στο χτίσιμο του κόσμου.

Γιώργος Παυλόπουλος, Φεβρουάριος 2012, Βερολίνο.

Φωτογραφία: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Μέρος του βιβλίου δημοσιεύθηκε στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στη λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 το Μάρτιο του 2012.