Μετάφραση εξαιρετικής γαλλικής κριτικής για το Το καλό θα’ ρθει από τη θάλασσα

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε στα ελληνικά (σε μετάφραση της Μαριάνθης Αναστασοπούλου) μια εξαιρετική κριτική για τη γαλλική έκδοση της συλλογής διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, Το καλό θα’ ρθει από τη θάλασσα (Quidam Editeur, 2017) από τον Ulysse Baratin η οποία δημοσιεύθηκε στο Mediapart:

https://www.mediapart.fr/journal/culture-idees/200517/nouvelles-de-grece-en-forme-de-desastres-contemporains?onglet=full (μόνο για συνδρομητές)

Ολόκληρο το κείμενο της γαλλικής κριτικής μπορείτε να βρείτε εδώ: https://www.en-attendant-nadeau.fr/2017/05/23/ruines-contemporaines-ikonomou/

Συντρίμμια της σύγχρονης εποχής
του Ulysse Baratin

Αναμέναμε με ανυπομονησία το βιβλίο «Το καλό θα’ ρθει από τη θάλασσα» του Χρήστου Οικονόμου, ο οποίος είχε κερδίσει το ενδιαφέρον μας ήδη από το 2016 με το βιβλίο του «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Η ένταση του προηγούμενου έργου του μεταφέρθηκε στο ακέραιο στο νέο του βιβλίο. Ο συγγραφέας επιβεβαιώνει εκ νέου μια αριστοτεχνία με βαθιές ρίζες στην παράδοση. Οι ιστορίες του, τις οποίες έχει συγγράψει εν καιρώ κρίσης χωρίς ωστόσο η κρίση να συνιστά την καθ’ αυτό θεματολογία τους, προσφέρουν στοχασμούς έντονου προβληματισμού σχετικά με την προοπτική της ανθρωπότητας μπροστά στο γεγονός ότι όλα καταρρέουν.
________________________________________
Χρήστος Οικονόμου, Το καλό θα’ ρθει από τη θάλασσα. Μεταφρασμένο από τα ελληνικά από τον Michel Volkovitch. Εκδόσεις Quidam, 190 σελίδες, 20 €.
________________________________________
Έχασαν την κοινωνική τους θέση και ξεριζώθηκαν από τον τόπο τους. Πρόκειται για τον Τάσο, τον Σταύρο, τον Λάζαρο ∙ και πολλούς άλλους ακόμα. Όλοι τους έφυγαν από τη μεγαλούπολη για να βρουν καταφύγιο σε ένα νησί των Κυκλάδων και να αναζητήσουν εκεί έναν τρόπο επιβίωσης. Άλλος προσπάθησε να ζήσει από τον τουρισμό, άλλος έγινε αγρότης. Έκαναν όνειρα : « Θα έφτιαχναν κήπο με ζαρζαβατικά και μποστάνι, όλα βιολογικά, να μην έχουν ανάγκη τους αρουραίους που τους πάσαραν σκόρδα κινέζικα και ντομάτες Ολλανδίας». Ήταν σαν να τρύπωσαν μέσα σε μια βροχή μετεωριτών. Από την πρώτη κιόλας σελίδα περιγράφεται πώς άνθρωποι της τοπικής μαφίας πέρασαν από το πλυντήριο έναν από τους συμπαθητικούς αυτούς νέους αγρότες από την Αθήνα, αφού πρώτα «τον δέσανε στο καπό του αγροτικού». Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας προειδοποιεί τον αναγνώστη για να τον «αποκαθάρει» από τις ψευδαισθήσεις του. Πρόκειται για τον θρίαμβο του κοινωνικού δαρβινισμού: « Τώρα πια πρέπει να σκοτώσεις για να ζήσεις». Θα υπάρχουν πάντα πιο δυνατοί ή ίσοι, δυστυχώς, που «θα σας καταπίνουν τα όνειρά». Δεν πρέπει να αντιδράσουμε συλλογικά απέναντι στην αδικία; Ο Χρήστος Οικονόμου περιγράφει χωρίς περιστροφές αυτά που επιτρέπουν ακόμη στην Ελλάδα να διατηρεί την ελπίδα ζωντανή: τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, την κοινοτική αλληλεγγύη, τους αναρχικούς. Ωστόσο, θα ήταν καλύτερα ακόμα να μιλάμε για έννοιες κενών περιεχομένου ∙ ελπίδα, κοινωνία, πολιτική, πρόοδος, κρίση, παρωχημένες ιδέες, όλα αυτά μαζί. Στο βιβλίο διατρανώνονται πομπώδεις δηλώσεις παραισθησιακές και προφητικές συνάμα, οι οποίες απηχούν την απόλυτη υλική καταστροφή, την ιδεολογική ένδεια και την πνευματική κενότητα. Παραδόξως, η γλαφυρή περιγραφή των δύο αυτών άκρων επιβάλλει την μετατόπιση της προσοχής μας κάπου αλλού, πιο μακριά : « Κι ότι αυτό που μας σμίγει πάλι τώρα είναι ότι δεν έχουμε πια λεφτά. Πρέπει να ξεχάσουμε τα παλιά και να βρούμε κάτι καινούργιο να μας σμίγει».

Τι άλλο; Στο κέντρο αυτών των ιστοριών επανέρχεται ένα αινιγματικό «καλό». Χωρίς να κουράζονται, οι πρωταγωνιστές επαναλαμβάνουν συνεχώς ότι «θα’ ρθει από τη θάλασσα». Είναι σαν να λέμε ότι θα έρθει από παντού, εκτός από τη γη ή τους ανθρώπους. Αυτό το μάντρα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά με μια επιμονή ανάλογης έντασης όσο και οι ταπεινώσεις που βιώνουν οι πρωταγωνιστές. Κάθε είδηση φέρει τον αμείλικτο ρυθμό μιας μαρτυρικής ζωής. Περισσότερο θύματα παρά ηττηθέντες, αυτοί οι νέοι άνθρωποι θέτουν τους εαυτούς τους ενώπιον βασανιστηρίων. Οι πορείες τους προς την καταστροφή δανείζονται στοιχεία από έναν καμβά με χαρακτηριστικά χριστιανικής αφήγησης. Διακρίνεται η διάθεση μιας εκ νέου συγγραφής, μιας σχεδόν παρωδίας. Όπως ένας αγιογράφος που θα αναπαρήγαγε πατρογονικά μοτίβα, έτσι και ο συγγραφέας εγγράφεται στο πλαίσιο λογοτεχνικών παραδόσεων και σειράς σημείων αναφοράς που ανάγονται στη βαθιά αρχαιότητα. Παραλείπει ωστόσο τον ακρογωνιαίο λίθο, δηλαδή την πίστη. Αντί να εκφράσει τη δόξα του θεού, υπογραμμίζει με τις παραβολές του την απουσία του. Η εν λόγω δε παρέκκλιση δεν μπορεί παρά να συνοδεύεται από σκληρότητα : «Για την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη χάθηκε ο Τάσος. Για την αλληλεγγύη και τη δικαιοσύνη – κουβέντες του αέρα, λόγια που λένε οι φτωχοί, όχι επειδή τα πιστεύουν αλλά επειδή είναι φτωχοί». Ο καινούργιος Χριστός ήρθε αλλά το μόνο που έφερε είναι η αδιαφορία. Η αποκάλυψη κάνει την εμφάνισή της διαψεύδοντας κάθε προσδοκία : « Έπαθε ζημιά το καλό και πήγαινέ το για επισκευή. Θ’ αργήσουν, λέει, να το φτιάξουν. Καμία εκατοστή χρόνια και βάλε». Εν μέσω λιτανιών της Αποκάλυψης, όπως στις νύχτες με μπόρα, κάνει την εμφάνισή της η συνείδηση του ζειν σε μια νεκρή εποχή της ιστορίας. Μέσα από το κοίλωμα του κύματος, βλέπει κανείς αβύσσους. Η μορφή τους έχει την αρχαϊκότητα των μαρτυρολόγων και την λάμψη των μεταμοντέρνων κόσμων.
Ο συγγραφέας έχει εξαιρετικά μεγάλη πνευματική διαύγεια για να πιστεύει στην πολιτική και είναι τόσο Έλληνας που είναι αδιανόητο να είναι μηδενιστής. Σε αυτόν τον τόσο σύγχρονο συγγραφέα ενυπάρχει, παρ’ όλ’ αυτά, η χιλιετής επίκληση του ορθόδοξου ερημιτισμού και μια τάση για την πνευματική αναμόρφωση : « Σκότωσε τον αρχαίο που έχεις μέσα σου » προστάζει ένας από τους πρωταγωνιστές. Η διάσωσή απαιτεί Μεταρρύθμιση. Μια αμφισβήτηση σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος: « Οι φτωχοί δεν μισούν το χρήμα επειδή υπάρχει, αλλά επειδή δεν είναι δικό τους. Γι’ αυτό θα μείνουν για πάντα καταδικασμένοι, γι΄αυτό δεν θα αποκτήσουν ποτέ καμία δύναμη. Επειδή αυτό που θέλουν δεν είναι να πάψουν να είναι φτωχοί, αλλά να γίνουν πλούσιοι». Πώς να διαλύσει κανείς τον κόσμο χωρίς να γίνει πουριτανός; Τα πιο όμορφα σημεία αυτού του βιβλίου αναδίδουν ένα άρωμα ποίησης και φύσης ∙ και αστείρευτης, κατά κύριο λόγο, αγάπης. « Αν είναι να ζήσουμε εδώ, πρέπει να φτιάξουμε νέα έθιμα, δικά μας έθιμα », λέει η γυναίκα στον εραστή της, παρά το γεγονός ότι μόλις είχαν χάσει τα πάντα. Και από αυτή την αμφιταλάντευση μεταξύ της επιθυμίας για συλλογικότητα και μυστικιστική μοναξιά εκπηγάζουν αλλόκοτες φωνές.
________________________________________
Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο Mediapart.

Μετάφραση από τα γαλλικά: Μαριάνθη Αναστασοπούλου.

1 Λέξη ή φράση (ιδιαίτερα στον Ινδουισμό και τον Βουδισμό) που επαναλαμβάνεται συχνά και εκφράζει μια βαθιά πίστη ή θεωρείται ότι κρύβει μια ιδιαίτερη πνευματική δύναμη (Πηγή: Cambridge Dictionary: http://dictionary.cambridge.org/dictionary/english/mantra)

Leave a Reply