Poem of the month: August

Untitled, 2010

The Rabbit Catcher

by Sylvia Plath

It was a place of force—
The wind gagging my mouth with my own blown hair,
Tearing off my voice, and the sea
Blinding me with its lights, the lives of the dead
Unreeling in it, spreading like oil.

I tasted the malignity of the gorse,
Its black spikes,
The extreme unction of its yellow candle-flowers.
They had an efficiency, a great beauty,
And were extravagant, like torture.

There was only one place to get to.
Simmering, perfumed,
The paths narrowed into the hollow.
And the snares almost effaced themselves—
Zeros, shutting on nothing,

Set close, like birth pangs.
The absence of shrieks
Made a hole in the hot day, a vacancy.
The glassy light was a clear wall,
The thickets quiet.

I felt a still busyness, an intent.
I felt hands round a tea mug, dull, blunt,
Ringing the white china.
How they awaited him, those little deaths!
They waited like sweethearts. They excited him.

And we, too, had a relationship—
Tight wires between us,
Pegs too deep to uproot, and a mind like a ring
Sliding shut on some quick thing,
The constriction killing me also.


Faber and Faber, London, 1971.

Photograph: John Stezaker, Untitled, 2010. Courtesy of the artist and the Approach, London.

Letters from Berlin 4: George Pavlopoulos

Miniatures photo


Train miniatures indirectly narrate an aspect of history. They are small reproductions of material civilization exalting an important parameter of the world. In their compressed dimensions they try to intimate the history of movement of people even though they lack the awe-inspiring power of real dimensions.

Steam engines have been associated with progress and remain to this day one of the milestones of the Industrial Revolution. The wagons they carried behind them transferred generations of people, shifted the borders of the world and created new jobs and inequality. Soon trains became the symbol of escape, exploration and of a better future, bringing together rich and poor, manual workers and intellectuals. Collective consciousness changed from generation to generation and miniatures became a means to familiarise oneself with the new world that was dawning. The planet’s commercialisation brought with it thousands of shops, and train miniatures became at times a children’s toy, at others collectors’ fetish.

When habits change, however, times change too. The small wagons that are removed from the windows are not placed in engine-sheds for miniatures but in grey warehouses. They turn into memories of a pre-digital age as the dawn of the new century is swarming with screens of all types and dimensions. It is not only trains that look like miniatures on their sleek surfaces but the whole world. Every user feels like a would-be passenger: he or she can wander, search and visit, without having to go anywhere.

It is now the words’ turn to loose their awe-inspiring power; very soon their meanings will look like miniatures of their real substance.

George Pavlopoulos. August 2012, Berlin. (transl. E. Avloniti.)

Photo: George Pavlopoulos.

George Pavlopoulos was born in Athens, Greece in 1980. He is the author of two novels: 300 Kelvin in the Afternoon, (2007) and Steam,(2011). Both novels were excerpted in New York based online translation venue, InTranslation. His short story, “Dictionary of an Insignificant City”, will be included in the Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 (to be published in Berlin in October 2012). He currently lives in Berlin.



Οι μινιατούρες των τρένων διηγούνται υπόγεια μια πτυχή της ιστορίας. Είναι μικρές αναπαραστάσεις του υλικού πολιτισμού που αποθεώνουν μια σημαντική παράμετρο του κόσμου. Στις συμπυκνωμένες διαστάσεις τους προσπαθούν να γνωστοποιήσουν την ιστορία των μετακινήσεων, έστω κι αν απουσιάζει το δέος της πραγματικής κλίμακας.

Οι ατμομηχανές συνδέθηκαν με την πρόοδο και παραμένουν ως σήμερα ένα από τα ορόσημα της Βιομηχανικής Επανάστασης. Τα βαγόνια που έσερναν πίσω τους μετακίνησαν γενιές ανθρώπων και μετατόπισαν τα σύνορα του κόσμου, δημιουργώντας δουλειές αλλά και ανισότητες. Τα τρένα έγιναν σύντομα το σύμβολο της φυγής, της εξερεύνησης και του καλύτερου μέλλοντος, ενώνοντας πλούσιους και φτωχούς, χειρώνακτες και διανοούμενους. Η συλλογική συνείδηση μεταβολίστηκε από γενιά σε γενιά και οι μινιατούρες έγιναν ένα μέσο εξοικείωσης με τον κόσμο που ανέτειλε. Η εμπορευματοποίηση του πλανήτη άνοιξε χιλιάδες καταστήματα και οι μικρογραφίες των τρένων έγιναν άλλοτε παιδικό παιχνίδι κι άλλοτε φετίχ συλλεκτών.

Όμως, όταν οι συνήθειες μετατοπίζονται, οι καιροί αλλάζουν. Τα μικρά βαγόνια αποσύρονται από τις βιτρίνες, όχι σε κάποιο μηχανοστάσιο για μινιατούρες αλλά σε γκρίζες αποθήκες. Γίνονται έτσι αναμνήσεις μιας εποχής προψηφιακής, καθώς η αυγή του 21ου αιώνα κατακλύζεται από οθόνες κάθε τύπου και μεγέθους. Στις στιλπνές τους επιφάνειες δεν είναι πια μόνο τα τρένα που παρουσιάζονται σαν μινιατούρες αλλά ένας ολόκληρος κόσμος. Ο κάθε χρήστης αισθάνεται σαν εν δυνάμει επιβάτης: μπορεί να περιηγηθεί, να αναζητήσει, να επισκεφθεί, κι όλα αυτά χωρίς να πηγαίνει πουθενά.

Είναι η σειρά των λέξεων να χάσουν το δέος τους∙ σε λίγο, το νόημά τους θα μοιάζει με μινιατούρα της πραγματικής τους υπόστασης.

Γιώργος Παυλόπουλος, Αύγουστος 2012, Βερολίνο.

Φωτογραφία: Γιώργος Παυλόπουλος.

O Γιώργος Παυλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Το πρώτο του μυθιστόρημα, 300 Βαθμοί Κέλβιν το Απόγευμα, κυκλοφόρησε το 2007 απ’ τις Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το δεύτερο μυθιστόρημα του, Ατμός, κυκλοφόρησε απ’ τις Εκδόσεις Κέδρος τον Μάιο του 2011. Εκτενή αποσπάσματα των βιβλίων δημοσιεύθηκαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση InTranslation. Το διήγημά του, “Dictionary of an Insignificant City”, θα δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό Strange Fiction aus Berlin Anthology Vol. 1 τον Οκτώβριο του 2012.